O ρόλος της υποκριτίνης


Πολλοί πάσχοντες από ναρκοληψία εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα του νευροδιαβιβαστή υποκριτίνη (ονομάζεται και ορεξίνη), που ρυθμίζει την αφύπνιση. Η υποκριτίνη ασκεί ρυθμιστικό ρόλο στον ύπνο εξασφαλίζοντας συνεχή, αδιάκοπο ύπνο, με τα στάδια του ύπνου να εμφανίζονται αρμονικά. Η έλλειψη της υποκριτίνης ή δυσλειτουργία της, καταστρέφει την αλληλουχία των σταδίων του ύπνου.

Έχει διαπιστωθεί ότι μετά το φαγητό, όταν δηλαδή υπάρχει αρκετή γλυκόζη στο αίμα, εμποδίζεται η παραγωγή υποκριτίνης και γι' αυτό και νιώθουμε υπνηλία. Η υποκριτίνη έχει και άλλες ενέργειες και πράγματι φαίνεται να εμπλέκεται στον έλεγχο της όρεξης και στο αίσθημα επιβράβευσης.

Στους περισσότερους ασθενείς με ναρκοληψία, οι νευρώνες που παράγουν υποκριτίνη έχουν καταστραφεί.

Υπάρχουν δύο τύποι ναρκοληψίας. Οι άνθρωποι που πάσχουν από τον τύπο 1, που είναι η πιο κοινή μορφή, στερούνται την υποκριτίνη και υποφέρουν από καταπληξία (σύντομη απώλεια μυϊκού ελέγχου). Αυτό είναι το δεύτερο πιο συνηθισμένο σύμπτωμα της ναρκοληψίας μετά την υπνηλία. Η απώλεια μυϊκού τόνου μπορεί να προκαλέσει από ακαταλαβίστικη ομιλία έως και ολική σωματική κατάρρευση που μπορεί να διαρκέσει λίγα δευτερόλεπτα ή και λίγα λεπτά. Η καταπληξία προκαλείται συνήθως από έντονα συναισθήματα, όπως γέλιο, θυμό, ντροπή, ενθουσιασμό, έκπληξη ή χαρά.

Τα άτομα με τύπο 2 δεν στερούνται υποκριτίνης και δεν υποφέρουν από καταπληξία. Παρόλα αυτά, εμφανίζουν τα ίδια συμπτώματα με τους ασθενείς τύπου 1.

 Ναρκοληψία

Η ναρκοληψία είναι μια ασυνήθιστη νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ανεξέλεγκτη υπνηλία, ακόμη και μετά από επαρκή ύπνο. Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη νάρκη, που σημαίνει λήθαργος. Η πάθηση παρερμηνεύεται συχνά ως κατάθλιψη, έλλειψη ύπνου ή άλλων καταστάσεων.

Η ναρκοληψία, μπορεί να πιστεύουμε ότι είναι μια σπάνια πάθηση, αλλά στην Ελλάδα αφορά 4.000 άτομα. Συνήθως οι ασθενείς αγνοούν την πάθηση ή διαπιστώνουν ότι πάσχουν με πολυετή καθυστέρηση. Η 18η Μαρτίου είναι αφιερωμένη στην Ναρκοληψία με στόχο την ενημέρωση του κοινού και την κινητοποίηση του, για την αναζήτηση βοήθειας σε οργανωμένα Κέντρα Μελέτης του Ύπνου.

Η ναρκοληψία πιθανά να εμφανιστεί σε ανθρώπους όλων των ηλικιών, αλλά το κύριο σύμπτωμα αυτής (η ημερήσια υπνηλία) ξεκινά συνήθως στην εφηβεία ή μεταξύ των 20 και 40 ετών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ναρκοληψία είναι αδιάγνωστη και φυσικά ο ασθενής δεν έχει λάβει ποτέ κάποια ανάλογη θεραπεία.

Το άτομο που πάσχει από ναρκοληψία, έχει επαναλαμβανόμενες προσβολές ύπνου, που όταν έρχονται δεν μπορεί να αντισταθεί και έχει ως αποτέλεσμα να αποκοιμηθεί οπουδήποτε, ακόμη και σε ακατάλληλες ή επικίνδυνες συνθήκες (σχολείο - εργασία - οδήγηση).

Μάλιστα τα άτομα που πάσχουν από ναρκοληψία εισέρχονται άμεσα σε κατάσταση ύπνου REM (ύπνος με ταχεία κίνηση των ματιών).

Επίσης, ο ναρκοληπτικός μπορεί να εκδηλώνει επεισόδια καταπληξίας, δηλαδή αιφνίδιας απώλειας του μυϊκού τόνου συχνά ως αποτέλεσμα έντονης συγκίνησης ( έντονο γέλιο, θυμό, έκπληξη ).

Αν και η ναρκοληψία παραμένει μια μυστηριώδης ασθένεια, η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί πως αιτία είναι η διαταραχή του ανοσοποιητικού, που «πείθει» το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου να επιτεθεί στα υγιή του κύτταρα.

Οι επιστήμονες εξακολουθούν να μην γνωρίζουν την αιτία της πάθησης. Περιμένουν ένα συνδυασμό γενετικών, αυτοαντιδραστικών κυττάρων και μιας μορφής ενεργοποίησης για την πρόκληση της νόσου, π.χ. μια μόλυνση από ιό.